Για το άρθρο 120 του Συντάγματος

H παράγραφος 4 του άρθρου 120 μιλά για απόπειρα κατάλυσης του Συντάγματoς, με τη βία. Οι (υπαρκτές αυτή τη στιγμή) συνταγματικές παραβιάσεις συνιστούν απόπειρα βίαιης κατάλυσης ή όχι; Επομένως εμπίπτουν ή όχι στην πρόβλεψη για τον «πατριωτισμό των Eλλήνων» και την αντίσταση «με κάθε μέσo»;

Ολόκληρο το άρθρο 120:

TMHMA Δ’
Aκρoτελεύτια διάταξη

Άρθρo 120

1. To Σύνταγμα αυτό, πoυ ψηφίστηκε από την E’ Aναθεωρητική Boυλή των Eλλήνων, υπoγράφεται από τoν Πρόεδρό της, δημoσιεύεται από τoν πρoσωρινό Πρόεδρo της Δημoκρατίας στην Eφημερίδα της Kυβερνήσεως, με διάταγμα πoυ πρoσυπoγράφεται από τo Yπoυργικό Συμβoύλιo και αρχίζει να ισχύει από τις ένδεκα Ioυνίoυ 1975.
2. O σεβασμός στo Σύνταγμα και τoυς νόμoυς πoυ συμφωνoύν με αυτό και η αφoσίωση στην Πατρίδα και τη Δημoκρατία απoτελoύν θεμελιώδη υπoχρέωση όλων των Eλλήνων.
3. O σφετερισμός, με oπoιoνδήπoτε τρόπo, της λαϊκής κυριαρχίας και των εξoυσιών πoυ απoρρέoυν από αυτή διώκεται μόλις απoκατασταθεί η νόμιμη εξoυσία, oπότε αρχίζει και η παραγραφή τoυ εγκλήματoς.
4. H τήρηση τoυ Συντάγματoς επαφίεται στoν πατριωτισμό των Eλλήνων, πoυ δικαιoύνται και υπoχρεoύνται να αντιστέκoνται με κάθε μέσo εναντίoν oπoιoυδήπoτε επιχειρεί να τo καταλύσει με τη βία.

[Σύνταγμα της Ελλάδας]

Παραθέτουμε εξηγήσεις ειδικών:

Προϋπόθεση λοιπόν του δικαιώματος αντίστασης είναι όχι η απλή παράβαση αλλά η κατάλυση του Συντάγματος. Τι σημαίνει όμως κατάλυση του Συντάγματος; Με βάση την μέχρι τώρα νομική θεωρία, κατάλυση του Συντάγματος έχουμε όταν επέλθει η άμεση ή έμμεση κατάλυση του πολιτεύματος που εκδηλώνεται με την προσβολή της μορφής του ή μιας από τις οργανωτικές του βάσεις, η κατάλυση σε αυτή την περίπτωση συνίσταται τόσο στην παραβίαση των διατάξεων αυτών όσο και στην αδυναμία επιβολής των κυρώσεων του συντάγματος, δηλαδή των προληπτικών και κατασταλτικών εγγυήσεων εφαρμογής του. Το δικαίωμα αντίστασης δεν ενεργοποιείται, κατά συνέπεια, όταν παραβιάζονται διατάξεις του Συντάγματος που δεν σχετίζονται με το πολίτευμα και τις οργανωτικές του βάσεις. Ως αποτέλεσμα, το δικαίωμα αντίστασης δεν μπορεί να αποτελέσει νομιμοποιητικό έρεισμα στην αντίδραση κατά απλώς αντισυνταγματικού νόμου, ούτε δικαιολογεί αντίσταση σε απλώς αντισυνταγματική επιταγή, μη αναγόμενη σε κατάλυση του Συντάγματος, καθώς σε αυτή την περίπτωση υπάρχουν ακόμα διαθέσιμες οι εγγυήσεις τήρησης του Συντάγματος για την αποκατάσταση της συνταγματικής νομιμότητας. Η άποψη αυτή ταυτίζεται και με την προσέγγιση των γερμανών συνταγματολόγων που θεωρούν, στην περίπτωση της αντίστοιχης γερμανικής διάταξης, ως «παραμερισμό της συνταγματικής τάξης» τη βαρεία ή σοβαρή προσβολή της μορφής και των οργανωτικών βάσεων του πολιτεύματος και όχι μια οποιαδήποτε παραβίαση του Συντάγματος.

Αυτό συμβαίνει γιατί ο όρος σύνταγμα στο άρθρο 120 παρ. 4 (όπως και στο άρθρο 87 παρ. 2 Συντ) αναφέρεται στο «ουσιαστικό» σύνταγμα, το οποίο ταυτίζεται με το πολίτευμα και το οποίο είναι το σύνολο των κανόνων δικαίου που αναφέρονται στον σχηματισμό, στην οργάνωση και την άσκηση της κρατικής εξουσίας. Στο σύνταγμα όμως, πέρα από το πολίτευμα, υπάρχουν και άλλες διατάξεις που δεν αναφέρονται σε αυτό και αποτελούν μέρος του λεγόμενου «τυπικού» Συντάγματος. Το Σύνταγμα προβλέπει τις προληπτικές και κατασταλτικές εγγυήσεις εφαρμογής του τόσο για το τυπικό όσο και για το ουσιαστικό σύνταγμα. Όταν παραβιάζεται μια διάταξη του οι εγγυήσεις εφαρμογής του αναλαμβάνουν να επαναφέρουν την συνταγματική νομιμότητα. Έτσι μια απλή παράβαση του Συντάγματος (πχ η παραβίαση ενός ατομικού δικαιώματος από την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία) δεν συνιστά κατάλυση του Συντάγματος, εφόσον υπάρχουν οι κατασταλτικές εγγυήσεις εφαρμογής του συντάγματος.

[Γρηγόρης Αυδίκος, Δικηγόρος, Υπ. Δ.Ν. – από το Σεμινάριο “Κράτος και δίκαιο στον 21ο αιώνα”, Πάντειο Πανεπιστήμιο]

Η αντίσταση συναρτάται με την τήρηση του Συντάγματος, όχι με την αναίρεσή του. Θα ήταν αδιανόητο το δίκαιο να επιβάλλει την αντίσταση ως καθήκον, εάν αυτή στρεφόταν εναντίον και αποσκοπούσε στην αναίρεση του δικαίου.

Πρώτο, επομένως, συμπέρασμα είναι οτι το δικαίωμα αντιστάσεως είναι κατ’ εξοχήν συντηρητικό δικαίωμα. Αποβλέπει στη διαφύλαξη της ισχύος (τυπικής και ουσιαστικής) του δικαίου.

[…]

[Η ρυθμιζόμενη στο άρθρο 120 του Συντάγματος αντίσταση] αποσκοπεί στην τήρηση του θετικού δικαίου (του δικαίου δηλαδή, κανόνας του οποίου είναι και το 120) […]. Είναι αυτονόητο οτι το θετικό δίκαιο δέν μπορεί να ανεχθεί την [πολιτική ανυπακοή όπως αυτή της Αντιγόνης στην ομώνυμη τραγωδία]. Αν την ανεχόταν θα συνομολογούσε τη δυνατότητα αναιρέσεώς του.

[…]

Η κατάλυση του κανόνα δικαίου διαφέρει απο την παράβασή του. Ενώ η παράβαση του κανόνα συνεπάγεται την επέλευση ή τη δυνατότητα τουλάχιστον της επελεύσεως των εννόμων συνεπειών του κανόνα, χωρίς να επιδρά στην ισχύ του, η κατάλυση του κανόνα δικαίου σημαίνει οτι αναιρείται η ίδια η ισχύς του κανόνα.

[…]

Η έννοια της καταλύσεως του Συντάγματος αφορά τις βαρύτατες εκείνες προσβολές κατά του Συντάγματος που θέτουν εν κινδύνω την ίδια την υπόστασή του. Στις ακραίες αυτές περιπτώσεις διακινδυνεύσεως του δικαίου – και μόνο σ’ αυτές – αφυπνίζεται το δικαίωμα αντιστάσεως των πολιτών για τη σωτηρία της συνταγματικής τάξεως.

[…]

[Το δικαίωμα αντιστάσεως καθιερώνεται] ως δικαίωμα των εξαιρετικών περιστάσεων, εκεί που διακυβεύεται η υπόστασή του [κράτους]. Όταν όμως τα ίδια τα θεσμικά προϊόντα της εννόμου τάξεως, δηλαδή ο αντισυνταγματικός νόμος, η παράνομη κανονιστική διοικητική πράξη κλπ, την προσβάλλουν, τότε το δίκαιο είναι φειδωλό ν’ αναγνωρίσει δικαίωμα αντιστάσεως. Αρκείται στην αναγνώριση όλων των λοιπών συνταγματικών δικαιωμάτων, πχ στο δικαίωμα της ακριβής (προσφυγή) στα δικαστήρια, στις ήσυχες συναθροίσεις, στην έκφραση υπο την προϋπόθεση της τηρήσεως των νόμων κλπ.

[…]

Οι προβληματισμοί [ως προς το άρθρο 120 § 4 του Συντάγματος] υποδηλώνουν οτι το δίκαιο δέν μπορεί να οργανώσει χωρίς δυσκολίες την αντίσταση ως δικαίωμα και καθήκον. Η αναγνώρισή του σε μια τόσο ριχή διάσταση καταδεικνύει την επιφυλακτικότητα του θετικού δικαίου απέναντί του.

[Φίλιππος Σπυρόπουλος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Ε.Κ.Π. Αθηνών]

(Για περισσότερα βλ. Φ. Σπυρόπουλος, Το δικαίωμα αντίστασης κατά το 120 παρ. 4 του Συντάγματος, Εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1987.)

Η μελέτη των εγγυήσεων της συνταγματικής νομιμότητας επιβάλλει τη διάκριση μεταξύ της προστασίας του Συντάγματος από την απλή τήρησή του. Η προστασία του Συντάγματος ή του πολιτεύματος από ενδεχόμενη κατάλυσή του διαφέρει από την τήρηση και εφαρμογή των συνταγματικών διατάξεων εν γένει, αν και τήρηση και προστασία αποτελούν δύο παράλληλους, μεν, συνεχόμενους, όμως, στόχους, που ενυπάρχουν ως εγγυήσεις σε κάθε συνταγματική ρύθμιση.

Η πρώτη μορφή εγγύησης ταυτίζεται με την προστασία του πολιτεύματος, αφορά την ύπαρξη ή τα θεμέλια του Συντάγματος· η δεύτερη μορφή αναφέρεται στη λειτουργία του πολιτεύματος και ενδιαφέρεται για την καθημερινή εφαρμογή του Συντάγματος. Η εκπλήρωση της πρώτης ανατίθεται σε ένα όργανο θεσμικά μεν ουδέτερο, φορέα όμως δύναμης και οπλισμένο με ικανότητα πολιτικής απόφασης (μονάρχης και γενικά αρχηγός του κράτους, κόμμα ή κοινοβούλιο, ή και το σύνολο των πολιτών κ.ά.), που αναλαμβάνει να υπερασπιστεί το συνταγματικό πολίτευμα σε εξαιρετικές καταστάσεις από δυνάμεις που απειλούν την υπόσταση και επιδιώκουν την κατάλυσή του. Η δεύτερη εγγύηση έχει ανατεθεί, αντίθετα, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες –κυρίως από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και μετά– σε ένα ειδικό όργανο, πολιτικά ουδέτερο, προικισμένο όμως με την εξουσία να επιλύει με τρόπο δικαιοδοτικό πολιτικές διαφορές ή διαφορές μεταξύ κρατικών οργάνων ή διαφορές από πράξεις των νομοθετικών οργάνων. Τον σκοπό αυτόν εκπληρώνει βασικά η συνταγματική δικαιοσύνη, μια ιδιαίτερη κρατική δικαιοδοσία με δικαιοδοτική αποστολή, την οποία σε μας μεν έχει αναλάβει και επιτελεί ο κοινός δικαστής, όταν ασκεί παρεμπίπτοντα έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, ενώ στις ευρωπαϊκές χώρες έχουν αναλάβει κρατικά όργανα, πολιτικά και θεσμικά ανεξάρτητα, επιφορτισμένα ειδικά και αποκλειστικά με το καθήκον επίλυσης συνταγματικών διαφορών, τα οποία αποκαλούνται Συνταγματικά Δικαστήρια.

Η προστασία του Συντάγματος, γενικά, θα πρέπει, επομένως, να διακρίνεται από την τήρηση και την καθημερινή φροντίδα της εφαρμογής του. Η πρώτη, η «προστασία» αφορά το Σύνταγμα συνολικά ως πολίτευμα και αναφέρεται στις οργανωτικές βάσεις του, στις θεμελιώδεις αρχές που του προσδίδουν ταυτότητα και συνθέτουν τον σκληρό πυρήνα της συνταγματικής τάξης που δεν επιδέχεται προσβολή· καλύπτει το πολίτευμα από απόπειρες ανατροπής ή κατάλυσής του. Η δεύτερη, η «εγγύηση τηρήσεως» αναφέρεται, ειδικότερα, στην καθημερινή εφαρμογή του Συντάγματος, περιορίζεται στη διασφάλιση της τήρησης της συνταγματικής νομιμότητας και αποβλέπει στην αποτροπή επί μέρους παραβιάσεων των συνταγματικών κανόνων από τους ασκούντες την κρατική εξουσία.

[…]

Τρεις είναι κατά τον (πατέρα) Σαρίπολο οι μέγιστες εγγυήσεις ενός συνταγματικού πολιτεύματος: η διάκριση των εξουσιών, η δημοσιότητα των αποφάσεων και ενεργειών των κρατικών οργάνων, και η ευθύνη των δημοσίων αρχών.

[…]

Στην ισχύουσα ελληνική συνταγματική τάξη μπορεί κανείς να διακρίνει, πριν φθάσει στον ρητά προβλεπόμενο στο άρθρο 93 παρ. 4. δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, καθώς και στο άρθρο 120, που αναγνωρίζει το δικαίωμα αντίστασης, και τις ακόλουθες ειδικές εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος:
[…]
β) Τη διάταξη του άρθρου 87 παρ. 2, η οποία ρητά ορίζει ότι «οι δικαστές δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος». Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι τόσο το δικαίωμα αντίστασης των πολιτών κατά το άρθρο 120 παρ. 4 όσο και η αντίστοιχη υποχρέωση μη υποταγής των δικαστών σε διατάξεις καταλυτικές ή ανατρεπτικές της συνταγματικής τάξης δεν ενεργοποιούνται παρά μόνον αν πρόκειται για «κατάλυση» και όχι για απλή «παραβίαση» του Συντάγματος. Αφορούν και οι δύο την προστασία του Συντάγματος ή του Πολιτεύματος και όχι την απλή τήρησή του.

Κατάλυση του Συντάγματος έχουμε όταν ανατρέπεται το πολίτευμα άμεσα ή έμμεσα ή προσβάλλεται σοβαρά η μορφή του ή μια από τις οργανωτικές του βάσεις. Η ανατροπή μπορεί να επέλθει με επανάσταση ή πραξικόπημα και να εκδηλωθεί με την αδυναμία λειτουργίας του ή με την εξουδετέρωση ή την παράλυση μιας από τις οργανωτικές βάσεις του. Από τη σκοπιά της συνταγματικής τάξης και της ισχύος της, ως κατάλυση του Συντάγματος θα πρέπει να θεωρήσουμε την «πραγματική απώλεια της ισχύος του, που επέρχεται όταν εκμηδενιστεί η αποτελεσματικότητά του». Και η αποτελεσματικότητά του χάνεται όταν η απλή παραβίαση των επιταγών του συντρέχει με την αδυναμία καθολικής ή μερικής εφαρμογής τους και επέλευσης των προβλεπόμενων κυρώσεων. Οι κυρώσεις για τους συνταγματικούς κανόνες ταυτίζονται με τις εγγυήσεις τηρήσεως τους. Για τον λόγο αυτό και η απώλεια ισχύος του Συντάγματος διαπιστώνεται με την αδυναμία λειτουργίας των προληπτικών και κατασταλτικών εγγυήσεων τηρήσεώς του, με την ευθύνη τήρησης των οποίων βαρύνονται τα άμεσα όργανα του κράτους.

Η κατάλυση του Συντάγματος θα πρέπει να διακριθεί από την απλή παραβίασή του. Παραβίαση του Συντάγματος έχουμε όταν αναιρείται ή αγνοείται περιστασιακά και μεμονωμένα το περιεχόμενο διάταξης ή διατάξεών του, χωρίς να αναιρείται ή να θίγεται η ισχύς τους. Η κατάλυση αφορά, αντίθετα, το Σύνταγμα ή τη συνταγματική τάξη στο σύνολό της ή σε μια βασική πλευρά της, συνεπάγεται ανατροπή της καθεστηκυίας έννομης τάξης και επέρχεται όταν συντρέχουν σωρευτικά τόσο παραβίαση του Συντάγματος όσο και αδυναμία εφαρμογής του ή αναίρεση της πραγματικής ισχύος του.

[…]

Η ρήτρα του ακροτελεύτιου άρθρου όλων των ελληνικών συνταγμάτων, που αναθέτει την τήρηση του Συντάγματος στον «πατριωτισμό των Ελλήνων»(:«Η τήρησις του Συντάγματος αφιερούται εις τον πατριωτισμόν των Ελλήνων») αποτελεί μιαν ιδιαιτερότητα του εθνικού μας συνταγματισμού, που δεν απαντά με αυτήν τη μορφή σε άλλα συντάγματα και που αξίζει για τον λόγο αυτό να τραβήξει για λίγο την προσοχή μας, τόσο τη νομική όσο και την πολιτειολογική. Παρόλη τη σχετικά μικρή νομική αποτελεσματικότητα της διάταξης, η πολιτική και συμβολική της, ακόμη και σήμερα, σημασία, όπως έδειξε άλλωστε και η ιστορία της, δεν είναι αμελητέες.

[…]

Με το Σύνταγμα του 1975 η ρήτρα εντάχθηκε στο άρθρο 120 παρ. 4 και, αφού αντικαταστάθηκε η λέξη «αφιερούται» με την νοηματικά καταλληλότερη «επαφίεται», προστέθηκε μια δεύτερη φράση, η οποία ορίζει ότι (οι Έλληνες) «δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία». Η ερμηνευτική αξία της προσθήκης είναι, πάντως, αμφίβολη, διότι εντείνει αντί να αίρει τις λογικές και νομικές αντινομίες, που περιέχει κάθε καταγραφή του «δικαιώματος» αντίστασης σε θετό κείμενο, κάθε απόπειρα εκνομίκευσης της αντίστασης και θεώρησής της μέσα από το πρίσμα του Δικαίου, όπως θα δούμε πιο κάτω. Η αξία της προσθήκης εντοπίζεται, πάντως, στην αποσαφήνιση ότι η «αφιέρωση της προστασίας του Συντάγματος στον πατριωτισμό» θεμελιώνει και νομιμοποιεί «δικαίωμα αντίστασης», το οποίο όμως ανακύπτει μόνον σε περίπτωση «κατάλυσης» και όχι απλής παραβίασης του Συντάγματος.

[…]

Ο όρος «Σύνταγμα» στο άρθρο 120 παρ. 4 εκλαμβάνεται με την έννοια του «Πολιτεύματος». Είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση, όπου η έννοια Σύνταγμα ταυτίζεται με εκείνη του πολιτεύματος και πρέπει ερμηνευτικά να αποδίδεται ως πολίτευμα.

Αλλά και ο όρος «τήρηση» του Συντάγματος στο ίδιο άρθρο χρειάζεται κι αυτός μια διορθωτική ερμηνεία και νοηματική αναγωγή στην έννοια «προστασία». Ως τήρηση νοείται εδώ η προστασία του Συντάγματος συνολικά και όχι η εγγύηση της μη παραβίασης συνταγματικών διατάξεων. Το δικαίωμα αντίστασης δεν ενεργοποιείται στην προκειμένη περίπτωση όταν παραβιάζεται το Σύνταγμα από τα κρατικά όργανα ή όταν εκδίδονται αντισυνταγματική νόμοι, αλλά μόνον όταν καταλύεται το πολίτευμα.

Προϋπόθεση επομένως εφαρμογής του άρθρου 120 παρ. 4 είναι η «κατάλυση» και όχι η απλή «παραβίαση» του Συντάγματος. Αυτό επιβεβαιώνεται άλλωστε με τρόπο αναμφίβολο και από τη δεύτερη φράση του ίδιου άρθρου, που καθιερώνει δικαίωμα και καθήκον αντίστασης εναντίον οποιουδήποτε επιχειρήσει να καταλύσει το Σύνταγμα. Ως κατάλυση του Συντάγματος θα πρέπει να εννοηθεί εδώ η έμμεση ή άμεση κατάλυση του πολιτεύματος που εκδηλώνεται με την προσβολή της μορφής του ή μιας από τις οργανωτικές βάσεις του και την αδυναμία εφαρμογής, μερικής ή ολικής, του Συντάγματος και λειτουργίας των εγγυήσεων τήρησής του. Η κατάλυση μπορεί να επέλθει βίαια, με πραξικόπημα, ή να συντελεστεί ακόμη και με σφετερισμό της λαϊκής κυριαρχίας από κρατικά ή υπερεθνικά όργανα, όπως είναι τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο «σφετερισμός με οποιονδήποτε τρόπο της λαϊκής κυριαρχίας», κατά την έννοια της παραγράφου 3 του άρθρου 120, συνιστά μιαν αυτοτελή περίπτωση κατάλυσης, η οποία συμπληρώνει και επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος και του καθήκοντος αντίστασης πέρα από την προϋπόθεση της «κατάλυσης με την βία» που προβλέπει (αλυσιτελώς και αφελώς είναι αλήθεια) η παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου. Συνταγματικά νομιμοποιημένη είναι άρα και η αντίσταση που στρέφεται κατά των «σφετεριστών με οποιονδήποτε τρόπο της λαϊκής κυριαρχίας και των εξουσιών που απορρέουν από αυτή» (άρθρο 120 παρ.3).
[…]
Όπως έγκαιρα έχει επισημάνει ο Σβώλος, η ακροτελεύτια διάταξη των ελληνικών συνταγμάτων δεν θεμελιώνει δικαίωμα αντίστασης κατά των αντισυνταγματικών νόμων ή κατά αντισυνταγματικών ενεργειών των κρατικών οργάνων. Τόσο τα κρατικά όργανα όσο και οι πολίτες δεν νομιμοποιούνται να μην εφαρμόζουν ή να μην συμμορφώνονται με νόμους που θεωρούν αντισυνταγματικούς, με νόμους που παραβιάζουν το Σύνταγμα. Δικαιούνται βέβαια να επικαλούνται και να προβάλλουν την αντισυνταγματικότητά τους και να επιδιώκουν την κατάργησή τους ή τη δικαστική διαπίστωσή της μέσα από τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Δεν νομιμοποιούνται όμως να αρνούνται τη συμμόρφωσή τους προς αντισυνταγματικούς νόμους.

Για τον λόγο αυτό το άρθρο 120 παρ. 4 δεν μπορεί να αποτελέσει νομιμοποιητική βάση για τη μη εφαρμογή αντισυνταγματικού νόμου. Δεν θεμελιώνει δικαίωμα ούτε δικαιολογεί ανυπακοή σε αντισυνταγματική επιταγή.
[…]
Στον πυρήνα της λογικής που διέπει τη συνταγματική ρήτρα της αντίστασης βρίσκεται η αντίληψη ότι η προστασία του συνταγματικού πολιτεύματος από ενδεχόμενες ανατροπές ή επιβουλές είναι πρωταρχικά υπόθεση του Λαού, γι’ αυτό και ο συντακτικός νομοθέτης εμπιστεύτηκε την υπεράσπισή του στο Λαό συνολικά, ως ολότητα, και όχι στα άτομα, ξεχωριστά. Η τήρησή του δεν επαφίεται στα μεμονωμένα άτομα, αλλά στους πολίτες ως μέλη μιας πολιτικής κοινότητας ή ενός οργανωμένου πολιτικά κοινωνικού συνόλου. Η προστασία του Συντάγματος δεν αναγνωρίζεται άρα στους Έλληνες ως ατομικό δικαίωμα, αλλά ως συλλογικό, δηλαδή πολιτικό δικαίωμα του Λαού.

[…]

Είναι χαρακτηριστικό εξάλλου ότι η συνταγματική ρήτρα της αντίστασης ουδέποτε εντάχθηκε στο μέρος του Συντάγματος που περιλαμβάνει τα δικαιώματα. Καταλάμβανε πάντα τη θέση του ακροτελεύτιου άρθρου, κλείνοντας και ολοκληρώνοντας τη συνταγματική ρύθμιση. Ως διάταξη τελική αναφέρεται και αφορά το Σύνταγμα στο σύνολό του, την οργάνωση και τη μορφή της κρατικής εξουσίας καθώς και τις σχέσεις της με τους πολίτες. Εγγυάται και προστατεύει άρα το πολίτευμα συνολικά.

[Αντώνης Μανιτάκης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Α.Π. Θεσσαλονίκης]

Έτσι, με βάση τη νομική θεωρία, σαφής και αναμφίβολη απόπειρα κατάλυσης με τη βία θα ήταν π.χ. ένα στρατιωτικό πραξικόπημα που θα επιχειρούσε να εξαλείψει τις βάσεις του πολιτεύματος (όπως τη διάκριση των εξουσιών και τη λειτουργία της Βουλής). Ο Γρηγόρης Αυδίκος, όμως, προτείνει στο ίδιο κείμενό του μια ευρύτερη ερμηνεία, που θα μπορούσε να στοιχειοθετείται υπό όρους και προϋποθέσεις:

Η μορφή του ελληνικού πολιτεύματος είναι η Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία και θεμέλιο του πολιτεύματος, κατά το σύνταγμα, είναι η λαϊκή κυριαρχία. Οι οργανωτικές βάσεις του πολιτεύματος όπως αυτό εξειδικεύεται στο Σύνταγμα του 1975 είναι η διάκριση των εξουσιών, η αντιπροσωπευτική αρχή, η κοινοβουλευτική και η δημοκρατική αρχή.

Στο ζήτημα της προσβολής της μορφής του πολιτεύματος μπορούν να παρατηρηθούν τα ακόλουθα: Δεν είναι αρκετό να τηρούνται οι τυπικοί κανόνες αυτού για να μην προσβάλλεται η μορφή του πολιτεύματος καθώς το ίδιο το σύνταγμα στο ίδιο εδάφιο καθιερώνει σαν θεμέλιο την λαϊκή κυριαρχία. Εάν όμως η αληθινή πραγμάτωση της λαϊκής κυριαρχίας υπονομεύεται, νοθεύεται χειραγωγείται, με διάφορες αυταρχικές μεθοδεύσεις τότε το πολίτευμα προσβάλλεται. Η αναγωγή στο λαό όλων των εξουσιών δεν αρκεί αν ο λαός δεν είναι πραγματικά και ουσιαστικά κυρίαρχος των εξουσιών. Η παραίτηση όμως από την ασυλία που έχει πραγματοποιηθεί με την δανειακή σύμβαση προσβάλλει την κυριαρχία του λαού, τους κυρίαρχους θεσμούς και κατ’ ανάγκη προσβάλλει και την λαϊκή κυριαρχία ως θεμέλιο του πολιτεύματος.

Στο ζήτημα της προσβολής των οργανωτικών βάσεων του πολιτεύματος θα μπορούσαν να παρατηρηθούν τα εξής: α) Η δημοκρατική αρχή προσβάλλεται, όπως ήδη αναλύθηκε με την μετατροπή της σε ένα θεσμό ad hoc νομιμοποίησης της κυβερνητικής πολιτικής. Η εκλογή των αντιπροσώπων του λαού μέσω ελεύθερων εκλογών έχει σήμερα απαξιωθεί γεγονός που καταδεικνύει την απαξίωση της ίδιας της δημοκρατικής αρχής ως οργανωτικής βάσης του πολιτεύματος. Η προϊούσα αυτή απαξίωση στην σημερινή συγκυρία ειδικά έχει λάβει εκρηκτικές διαστάσεις. Οι πολίτες αισθάνονται ότι δεν μπορούν να επηρεάσουν με την ψήφο τις πολιτικές αποφάσεις καθώς οι πολιτικοί μοιάζουν να τις έχουν ήδη λάβει για αυτούς χωρίς αυτούς περιμένοντας στωικά το εκλογικό σώμα απλώς να επικυρώσει με όλο και μεγαλύτερη αποχή στις εκλογές τις αποφάσεις του, χωρίς να είναι και βέβαιο ότι ακόμα και αυτές τις ίδιες τις αποφάσεις, τις οποίες οι πολίτες νομιμοποιούν, στις εκλογές οι αντιπρόσωποι τους τελικά θα τις πραγματοποιήσουν. β) Περαιτέρω οργανωτική βάση του πολιτεύματος είναι και η προστασία των ατομικών δικαιωμάτων και μάλιστα η πρώτιστη των οργανωτικών βάσεων ειδικά για ένα πολίτευμα φιλελεύθερης δημοκρατίας. Χωρίς την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων το πολίτευμα δεν είναι δημοκρατικό και, ακριβέστερα, δεν είναι φιλελεύθερο. Οι συνταγματικές συνέπειες της κρίσης χρέους στα ατομικά δικαιώματα, όπως αναλύθηκαν, είναι πολυεπίπεδες. Ένα από τα πιο βασικά θιγόμενα είναι το δικαίωμα στην ιδιοκτησία το οποίο υφίσταται δριμύτατη επίθεση. Η τυχόν προσβολή τόσο αυτού όσο και άλλων ατομικών δικαιωμάτων συνεπώς θα μπορούσε ενδεχομένως να αποτελεί προσβολή της οργανωτικής αρχής της προστασίας των συνταγματικών δικαιωμάτων και υπό την έννοια αυτή να αποτελεί και κατάλυση του συντάγματος. γ) Πέρα όμως από την προσβολή του συντάγματος ως προς τις οργανωτικές του βάσεις, η κρίση χρέους έχει γεννήσει όλη αυτή την μεγάλη σειρά αμφισβητήσεων της συνταγματικότητας ενεργειών που πιο πάνω αναφέρθηκαν και άλλων που τυχόν θα προκύψουν. Πολλά τυχόν αντισυνταγματικά σημεία δεν προσβάλλουν οργανωτικές βάσεις του πολιτεύματος αλλά αξίζει να σημειωθεί ότι σίγουρα προσβάλλουν μια θεμελιακή αρχή του συντάγματος, το κράτος δικαίου. Επιπλέον υπάρχει πάντα το ερώτημα πως χαρακτηρίζονται εκείνες οι παραβιάσεις του τυπικού συντάγματος, οι οποίες δεν αποκαθίστανται από τις προληπτικές και κατασταλτικές εγγυήσεις αυτού. Είπαμε ότι η θεωρία δεν είναι θετική μέχρι στιγμής να τις κατατάξει ως κατάλυση του συντάγματος. Προσωπικά θεωρώ ότι κάτι τέτοιο θα πρέπει να κριθεί κατά περίπτωση, βαθμό και ένταση της προσβολής του συντάγματος. Σωρεία παραβιάσεων του τυπικού συντάγματος θεωρώ, αν προστεθεί με μια γενικευμένη αδυναμία αντιμετώπισης τους από τις κατασταλτικές εγγυήσεις, με προεξάρχοντα τα δικαστήρια και τον έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων, θα ήταν βάσιμο να χαρακτηριστεί κατάλυση του συντάγματος. Στην κρίση χρέους που αντιμετωπίζουμε θα πρέπει σίγουρα να περιμένουμε την αντίδραση των κατασταλτικών εγγυήσεων και κυρίως των δικαστηρίων, ωστόσο αν τελικά οι φερόμενες ως παραβιάσεις του συντάγματος δικαιώσουν την φήμη τους και δεν αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά από τις εγγυήσεις τότε η ο χαρακτηρισμός αυτός ως κατάλυση του συντάγματος δεν θα πρέπει να αποκλειστεί.

[…]

Η συνταγματική διάταξη απαιτεί η κατάλυση του συντάγματος να γίνεται με την βία. Ως βία στην περίπτωση αυτή μπορεί να εννοηθεί τόσο η απόλυτη βία, με τον κρατικό καταναγκασμό όσο και η ψυχολογική βία, η απλή δυνατότητα χρήσης του κρατικού καταναγκασμού για την επιχειρούμενη κατάλυση του συντάγματος αλλά και ο σφετερισμός της λαϊκής κυριαρχίας, είτε από τρίτους είτε από κρατικά ή υπερεθνικά όργανα ακόμα και από όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (!), με οποιοδήποτε τρόπο, όπως το άρθρο 120 παρ. 3 ορίζει. Συνεπώς η βία μπορεί να εκδηλώνεται με οποιοδήποτε τρόπο από οποιονδήποτε, και να ενεργοποιεί το δικαίωμα αντίστασης, ανεξαρτήτως του τρόπου και του υποκειμένου που την χρησιμοποιεί.

Κατά τον ορισμό της διάταξης του 120 παρ. 4 η αντίσταση μπορεί να γίνει με κάθε μέσο, κάτι που σημαίνει ότι κάθε μέσο, από το πιο ήπιο έως και το πιο έντονο, είναι θεμιτό υπό τον όρο βέβαια της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας.

[…]

Η κρίση χρέους έχει πυροδοτήσει μια σειρά γεγονότων και συνταγματικών συνεπειών, τα οποία είναι οριακά από άποψης συνταγματικότητας. Η διακρίβωση της ενεργοποίησης του δικαιώματος αντίστασης δεν είναι εύκολη υπόθεση και ούτε είναι δυνατό να γίνει με βεβαιότητα εως αν να πρόκειται για ένα απλό καθημερινό δικαίωμα, καθώς το δικαίωμα αντίστασης από την φύση του είναι οριακό. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να ελεχθούν οι συνταγματικές συνέπειες της κρίσης χρέους σε σχέση με τα στοιχεία του δικαιώματος αντίστασης, άλλωστε «η τήρηση του συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων». Συνεπώς, η έννοια της κατάλυσης του Συντάγματος μπορεί να εξειδικεύεται ως προσβολή του πολιτεύματος και των οργανωτικών του βάσεων αλλά, όπως σημειώθηκε, κάτι τέτοιο δεν θα ήταν απίθανο να στοιχειοθετηθεί, ακόμα, και σε περίπτωση προσβολής του τυπικού συντάγματος, υπό προϋποθέσεις, και με βάση μια σύμφωνη με το πνεύμα του συντάγματος ερμηνεία. Αν θεωρήσουμε, από άποψη ουσίας, αυτή ως την πλέον κρίσιμη προϋπόθεση, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι τυπικά είναι δυνατό να στοιχειοθετηθούν και οι άλλες προϋποθέσεις του δικαιώματος. Άλλωστε όπως αναλύθηκε, το πλέγμα του μνημονίου έχει αναπτύξει και έχει την δυνατότητα να αναπτύξει εκφάνσεις, οι οποίες μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να χαρακτηριστούν προσβολές της μορφής και των οργανωτικών βάσεων του πολιτεύματος ανάλογα και με την ερμηνεία του Συντάγματος που επιχειρεί κανείς.

[…]

Πέρα από αυτό, η ρήτρα του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος έχει αναντίρρητα βασικά πολιτική και συμβολική σημασία, η οποία στο επίπεδο του δικαίου αποκτά ηθικοπολιτική χροιά. Δεν εξαντλείται όμως σε αυτή καθώς, η νομική, συνταγματική και κοινωνική της σημασία δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί. Η ρήτρα αυτή έχει υπάρξει το έρεισμα της αντίστασης των πολιτών αυτής της χώρας σε περιόδους αμφισβήτησης της συνταγματικής νομιμότητας, όπως στο κίνημα του 114. Η ρήτρα αυτή υπήρξε, ο θεμέλιος λίθος της αναγνώρισης της δυνατότητας των δικαστηρίων να ελέγχουν την συνταγματικότητα των νόμων.
Το δικαίωμα αντίστασης από την άλλη κινείται στο μεταίχμιο μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας. Αποτελεί την έσχατη εγγύηση τήρησης του Συντάγματος. Με αυτόν τον οριακό του χαρακτήρα συνδέονται δύο ζητήματα: α) της αμφίβολής πρακτικής νομικής του σημασίας και β) της επικουρικότητας του. Η αμφίβολη νομική του σημασία προέρχεται από το γεγονός ότι η χρήση του είναι σπάνια και από την άλλη ότι δεν έχει αντιμετωπιστεί τουλάχιστον ακόμη με επάρκεια από την νομολογία. Όσον αφορά τον επικουρικό του χαρακτήρα αυτό συνδέεται με το γεγονός ότι για να έχει εφαρμογή θα πρέπει να εξαντληθούν οι άλλες προληπτικές και κατασταλτικές εγγυήσεις εφαρμογής.

[…] Ομολογήθηκε εξάλλου στην Ε’ Αναθεωρητική Βουλή ότι η αντίσταση εναντίον τυρρανικών καθεστώτων, που σημειώθηκε μάλιστα ως ηθική υποχρέωση, αποκτά νομική σημασία μετά την πτώση τους, για τη νομιμοποίηση των αντιστασιακών πράξεων.

Συμπερασματικά, το δικαίωμα αντίστασης έχει μόνο επιφανειακά συντηρητικό χαρακτήρα καθώς στους αγώνες του ελληνικού λαού, ως αξία ηθικοπολιτική, έχει παίξει ριζοσπαστικό ρόλο στην προσπάθεια για αποκατάσταση της συντακτικής εξουσίας του λαού, δηλαδή της κυριαρχίας του και της αυτονομίας του. Η αξία άλλωστε που πρώτη από όλες είναι πιο σημαντική για τον συνταγματικό πατριωτισμού του λαού είναι η κυριαρχία και αυτονομία του, γεγονός που αναδεικνύει την σημασία και την έκταση ηθική, πολιτική και νομική του δικαιώματος αντίστασης. Το δικαίωμα αντίστασης, αντιμέτωπο με τις συνταγματικές συνέπειες της κρίσης χρέους, έχει πιθανόν οριακή νομική σημασία, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί η ενδεχόμενη ενεργοποίηση του, ωστόσο αποτελεί την συνεχή υπόμνηση στο λαό της κυρίαρχής εξουσίας του, την οποία νομιμοποιείται να αποκαταστήσει.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s